Άνθρωποι της Αμμοχώστου
29/11/2011
Λίτσα Κοκκίνου Τιμς

 

Η Ταφή του Μακαρίου
 


Στην ψηλή βουνοκορφή
της Μονής του Κύκκου
έχουν θάψει ως Μοναχό
Εθνομάρτυρα Πιστό
Αρχιεπίσκοπο της Κύπρου
 
Την Βουνοπλαγιά στολίζει
Η πικρή Ελιά
με το πεύκο το θυμάρι
και την Χαρουπιά.
 
Η αθάνατη η Δάφνη
και η Φασκομηλιά
Τα πουλιά οι πεταλούδες
τα τζιτζίκια τα ερπετά
Υμνολόγιο του ψάλλουν
μες τα δάση τα πυκνά.
 
Κι ο Βοσκός με την φλογέρα
κάθε που περνά
το Αιωνία του η Μνήμη
σιωπηρά του τραγουδά.


ως θυμίαμα προσφέρουν
την δική τους ευωδιά.
 
 
Στον τάφο του Διγενή
 


Κλαίει η Κύπρος και θρηνεί
πενθούμε τα παιδιά της
τον θάνατό Σου Διγενή
Ω Μέγα Ήρωά της.
 
ΟΙ Κύπριοι που ορκίσθηκαν
μαζί Σου να βαδίσουν
κλείνουν το γόνυ ευλαβικά
στην Μνήμη της Ιερή Σου.
 
Ο θάνατος κι αν σφράγισε
το Μνήμα της Ζωής Σου
της Λευτεριάς οι Άγγελοι
πήρανε τη Ψυχή Σου
δια να πετύχετε μαζί
την Ένωση της Κύπρου
 
Στον Τάφο Σου η Ελπίδα μας
ως Δάδα θα ανάβει
μαζί με το Αθάνατο
της Δόξης Δάφνινο Στεφάνι.


 
 
Ο θάνατος του Μακαρίου
 


Η Κύπρος κλαίει οδύρεται
τα πάντα γύρω πενθούν
μόνο οι καμπάνες θλιβερά
το μήνυμα σκορπούν
 
Απέθανε ο Μακάριος
της Κύπρου μας Εθνάρχης
απέθανε ο Μακάριος
της Κύπρου Ποιμενάρχης
 
Θλιβερά κτυπά η καμπάνα
όλα γύρω είναι θολά
και το δάκρυ σαν ποτάμι
απ’ τα μάτια μας κυλά.
 
Το όνειρο Του έχει πάρει
 
στα ουράνια μαζί
και μια Κύπρο σκλαβωμένη
έχει αφήσει να θρηνεί.
 
Δακρυσμένη Πονεμένη
και στο πένθος βουτηγμένη
Κύπρο σ’ άφησε ο Ποιμήν σου
στην σκλαβιά πάντα να ζεις.
 
Στα ουράνια τον εδέχθει
ο Αρχηγός μας Διγενής
και η στήλη Κυπρίων Ηρώων
συνεπληρώθει με Τιμή


 
Συνείδηση και Ψυχή
 
 
 
 


Βρέθηκε άνθρωπος ποτέ
σε τούτη τη Ζωή
να ζωγραφήσει την ψυχή
ή την συνείδηση;
 
Είναι λιγάκι δύσκολο
να τους δοθεί μορφή
εκεί που ζούνε μέσα μας
βαθειά μες στο κορμί
 
Ψυχή δεν είναι μια πνοή
είναι αυτή η Ζωή
και όταν θ’ αφήσει το κορμί
δεν παύει αυτή να Ζεί.
 
Συνείδηση είναι μια φωνή
όπως λένε πολλοί
την βλέπω ως πόνο ψυχής
την βλέπω ως Πληγή.
 
Στο πληγωμένο το κορμί
πονάει η Πληγή
στην πληγωμένη την ψυχή
βαραίνει η συνείδηση.
 
Είναι αυτή μας τη Ζωή
που όλο μας μαλώνει
όταν θα κάνουμε κακό
τότε μας φαρμακώνει.
 
Γι’ αυτό λοιπόν μες την Ζωή
μια φωτεινή ψυχή
ποτέ δεν θάχει να πληγεί
απ’ τη συνείδηση.


 
 
 
Ο όρκος της Ελληνοκύπριας
 


Κατακτηταί σε ζήλεψαν
Βάρβαροι Σε πατήσαν
Τουρκία Σε εκυρίευσε
μα όχι και η Ρωσσία.
 
Κύπρο μου έφθασε άραγε
η μαύρη η στιγμή σου
να σου αφαιρέσουν την ζωή
οι ηγέται οι δικοί σου;
 
Τα δάκρυα μου στέρεψαν
και η καρδιά πονάει
μα η ψυχή προσεύχεται
τον Ύψιστο φωνάζει.
 
Κύριέ μου από ψηλά
την Κύπρο μας λυπήσου
μη τους αφήσεις Ύψιστε
να την δολοφονήσουν.
 
Τον Διγενή δυνάμωνε
της Κύπρου τον Λαόν της
να διώξουν τον Κομμουνισμό
από το Σπιτικό της
 
Είμαι Κυπρία Ελληνίς
τον όρκο θα κρατήσω
την Ένωσή Σου Κύπρο μου
να ειδώ πριν ξεψυχήσω.
 


 
 
 
 
 
Η Κύπρος είναι Ελληνική
 
 
 


Η Κύπρος είναι Ελληνική
το λέει η Ιστορία
το λένε τα αρχαία της
τα ατίμητα Μνημεία
 
Η Κύπρος είναι Ελληνική
το λέει η Μυθολογία
την Αφροδίτη έβγαλε
απ’ το δικό της κύμα
 
Η Κύπρος είναι Ελληνική
πολλοί Λαοί το είπαν
το είπαν και οι κατακτηταί
που την καταπατήσαν
 
Ρωμαίοι, Τούρκοι, Ενετοί
και αν την κατακτήσαν τ
ης Κύπρου όμως την ψυχή
Ελληνική αφήσαν
 
Ένα νησάκι τόσο δα
το κάνανε κομμάτια
μα σώθηκε η Κύπρος μας
μονάχα από θαύμα.
 
Το θαύμα είναι απ’ το Θεό
που σκέπει την Ελλαδα
και ως Νησάκι Ελληνικό
το έσωσε απ’ το Δράμα
 
Το Δράμα των κατακτητών
το δράμα των βαρβάρων
που παίρνουνε τον Κύπριον
και τον κρατούνε σκλάβο
 
Η Κύπρος είναι Ελληνική
το λένε τα βουνά της
η Δάφνη η Αθάνατη
που στέφει τα Παιδιά της
 
Η Κύπρος είναι Ελληνική
το λέει και τ’ αγέρι
που απ’ την Ελλάδα μας φυσά
τη Λευτεριά να φέρει


 
Την Πατρίδα μου αγαπώ και τιμώ
 
 
 
 
Την Πατρίδα μου ποτέ δεν ξεχνώ
εις τα έρημα ξένα που ζω
εις την σκέψη μα και πράξη
την τιμώ την Πατρίδα μου
πολύ την αγαπώ
 
Τρία ιδανικά εις την σκέψη να έχεις
στη ζωή σου Παιδί μου να κρατάς                             
την Θρησκεία, τους Γονείς, την Πατρίδα
θέλω αυτά ν’ αγαπάς και τιμάς
 
Εμεγάλωσα μόνη στα ξένα
μα έχω κλείσει βαθειά στην καρδιά
τ’ άγια λόγια της πονεμένης Μητέρας
που στερούμαι εδώ στην ξενητειά.
 
Όπου πάω οι ξένοι ερωτάνε
ποιά Πατρίδα έχω πάνω στη γη
και τους λέγω την Πατρίδα που έχω
μόνο ο Έλλην την έχει στη ζωή.
 
Την Πατρίδα μου την λένε ΕΛΛΑΔΑ
είναι αυτήν που αγαπάω πολύ
είναι Αυτήν που με έμαθε η Μάνα
ν’ αγαπώ και τιμώ στην ζωή
 
Εις τα ξένα ο Έλλην θυμάται
την Πατρίδα του πάντα ποθεί
κι όσα χρόνια μακρυά της κι αν ζήσει
στην Ελλάδα προτιμά να ταφεί
 
Στην Πατρίδα μου δίδω τα πάντα
την ψυχή μου εάν χρειασθεί
κι αν αυτό θα συμβεί κάποια μέρα
θα είμαι η Άγνωστος Στρατιώτης γι’ αυτήν
 
 
 
Η πολεμική αρετή των Ελλήνων
 
Η πολεμική Αρετή των Ελλήνων
ως Αθάνατη Δάδα κρατεί
δια να φωτίζει το Άγιο τους Χώμα
και η Ελλάδα στο Φως της θα ζει
 
Στην Ψυχή των Ελλήνων φυτρώνει
η Ελλάς ως Πατρίδα τρανή
των Ελλήνων την πίστη δυναμώνει
η Σημαία της η Γαλανή
 
Η Ελλάς Εδοξάσθει στους Αιώνας
τα παιδιά της δοξάζουν αυτήν
την Ελλάδα τιμά ο Στρατιώτης
που φρουρεί με μεγάλη στοργή.
 
Εις τα ξένα ο Έλλην θυμάται
την Πατρίδα του πάντα ποθεί
και όσα χρόνια μακρυά της και αν ζήσει
στην Ελλάδα προτιμά να ταφεί
 
Υπερήφανα η πέννα μου γράφει
υπερήφανα σ’ όλους λαλώ
ότι ρέει στις φλέβες μου αίμα
αίμα Τίμιο, Αγνό, Ελληνικό
 
 
Ο αφανής ήρωας της Πατρίδας
 
 


Στο Άπειρο Μνήμα χάθηκες
Ω Ναύτη της Πατρίδας
χωρίς ελπίδα άφησες
Μάνα παιδιά και Χήρα
 
Στο πλάι της ξεψύχησες
Νεράϊδες θρηνούσαν
στ’ άσπρο σινδόνι του αφρού
για πάντα σε τυλίξαν
 
Σταυρός, Λουλούδι ή Κερί
δεν στέκει στο υγρό σου Μνήμα
στέκει όμως η Προσευχή και σκέψη μας
και η Μνήμη σου μας μένει Αιωνία
 
Ως Αφανή της Ήρωα
σ’ έχει η Γλυκειά Πατρίδα
σ’ έχει Γραμμένο Ναυτικέ
εις την Χρυσή της την Σελίδα


 
 
 
Ο Αιώνιος Πόθος της Κύπρου
 
Αιώνες τώρα ένα Νησί
μές τα Νερά της Μεσογείου
ζει σκλαβωμένο και πενθεί
τους στεναγμούς του στα ξένα ακούω
 
Κλαίει η Κύπρος και θρηνεί
τα άμοιρα παιδιά της
που έχυσαν το αίμα τους
δια την Λευτεριά της
 
Τώρα κτυπιέται η άμοιρη
σαν βλέπει τα άλλα πάλι
την Ένωση να μην ποθούν
να μεγαλώνουν την σκλαβιά της.
 
Θα έλθει η μέρα Κύπρο μου
τα μαύρα να πετάξεις
το γαλανό σου φόρεμα
για πάντα συ να βάλεις
 
Θάρρος Νησάκι μου γλυκό
μπόρα είν’ αυτή και θα περάσει
πλάϊ σου στέκεται ο Θεός
δεν θα σ’ αφήσει να πεθάνεις
 
Μετά την μπόρα έρχεται
χρυσή η ηλιακτίδα
μετά το δάκρυ έρχεται
χαμόγελο και Ελπίδα
 
ΟΧΙ
 
 


ΟΧΙ εφώναξε ο Λαός
ποτέ δεν θα ηττηθούμε
οι Έλληνες εις την σκλαβιά
ΠΟΤΕ – ΠΟΤΕ δεν ζούνε
 
Το όχι επήραν τα βουνά
το αντήχησε η φλογέρα
το πήρε και τ’ αγέρι μας,
ως την Ευρώπη πέρα
 
Είναι η δεύτερη φορά
που το Αθάνατο ΟΧΙ
εφώναξαν προς τον εχθρό
του Λεωνίδα οι απογόνοι
 
Τα στήθη των φαντάρων μας
γρανίτης είχαν γίνει
κι’ εδιώξαν τον κατακτητή
από την Αγία Γη εκείνη
 
Τα κράτη όλα εθαύμασαν
το ηρωϊκό το Όχι
που ακούσθη σ’ όλο τον ντουνιά
από τον Έλληνα στρατιώτη
 
Στα τρία έρχεται η χαρά
στα τρία και η λύπη
για τρεις φορές ο Ηρωισμός
για τρεις φορές και η Νίκη
 
Πρώτη φορά «Μολών Λαβέ»
η δεύτερη το «Όχι»
η Τρίτη η Σωτηρία μας
της εικοστής του Απρίλη Πρώτη


 
 
 
Είκοσι Πέντε του Μαρτιού
 


Είκοσι - πέντε του Μαρτίου
αννοίξανε οι ουρανοί
και ήρθε στη γη ο
άγγελος με κρίνο
στην Παναγία την Αγνή
 
Είκοσι – πέντε του Μαρτίου
Ευαγγελίσθη η Αγνή
ότι ένα Βρέφος θα γεννήσει
και θα’ν του κόσμου ο Λυτρωτής
 
Την μέρα εκείνη είχε διαλέξει
η Παναγία η Καλή
να την χαρίσει στην Ελλάδα
ως μία μέρα Εθνική
 
Έστειλε αυτή τον Άγγελό της
εις τον Παλαιών Πατρών μας Γερμανό
και του είπε Σήκωσε το Λάβαρό σου
για Λευτεριά η Θάνατο
 
Μια χούφτα ήτανε οι Πρόγονοί μας
μα είχαν γίνει τοίχος στον εχθρό
είχαν ως όπλο μες την ψυχή τους
μιαν Ελλάδα και ένα Θεό
 
Η φλόγα αυτή που είχε ανάψει
στην Άγια Λαύρα την Τρανή
θα είναι η Αθάνατη Αιώνια Δάδα
που θα φωτίζει των Ελλήνων την ψυχή


 
 
 
Η Κύπρος προς την Μάνα της


 
Ω! Ελλάδα Ω! Μάνα
μην μ’ αφήνεις μοναχή
πως αντέχει η καρδιά σου
να με βλέπεις στην σφαγή
 
Τρέξε Μάνα και λυπήσου
τρέχει το αίμα ποταμός
είμαι η Κύπρος το παιδί σου
μην μ’ αφήνεις να χαθώ
 
Ξύπνα τώρα ήλθε η ώρα
διώξ’ τον Τούρκο τον εχθρό
που βεβήλωσε και πάλιν
χώμα τίμιο, Ελληνικό
 
Μες στις φλέβες των παιδιών μου
ρέει αίμα Ελληνικό
και τη γή μου τώρα βάφει
Μάνα Ελλάδα μου πονώ
 
Αι πληγαί μου είναι Χάος
και το πένθος μου Βουνό
για τα τόσα παλληκάρια
που μου παίρνει ο εχθρός
 
Της σκλαβιάς μου τις αλυσίδες
δεν αντέχω να φορώ
τώρα νοιώθω και του τούρκου
το μαχαίρι στο λαιμό
 
Μάνα Ελλάδα σε φωνάζω
μην μ’ αφήνεις ορφανό
Μάνα Ελλάδα είμαι η Κύπρος
είμαι Σπλάχνο σου και εγώ
 
Τα παιδιά μου στον Βωμό σου
χύνουν αίμα Ιερό
Έλα Μάνα με τη Δόξα
Λευτεριά Γλυκειά να ειδώ


 
 
Αιματοβαμμένη Κύπρος
 


Άμοιρη Κύπρο στάθηκες
Μόνη να πολεμήσεις
η Μάνα και τ’ Αδέλφια σου
δεν θέλησαν να ζήσεις
 
Στο Ελληνικό το στήθος σου
καρφώσανε σπαθί
και την Ψυχή σου χάρισαν
στον τούρκο να χαρεί
 
Τους Ήρωας σου θέρισε
του τούρκου η οβίδα
χωρίς βοήθεια έμειναν
χωρίς καμία Ελπίδα
 
Η Αμερική σε πρόδωσε
οι Άγγλοι σε πουλήσαν
τ’ αδέλφια σο οι Έλληνες
σ’ αρνήθηκαν και εκείνα
 
Σκλάβα Αιώνων βρίσκεσαι
και Αιώνια Σκλάβα μένεις
Αιώνια ντροπή στους Έλληνας
το Πένθος σου θα τρέφει
 
Βάρβαροι τούρκοι πάτησαν
το Ιερό σου Χώμα
που τόσοι νέοι έβαψαν
με το δικό τους αίμα
 
Ηρώων Τάφοι ανοίξατε
να σηκωθεί ο Αθανάσιος Διάκος
να πάρει αυτός όπλο Σπαθί
να καθαρίσει το σκυλλί
τον τούρκο από την Κύπρο
 
Και Εσείς Θεά της Λευτεριάς
που απ’ τα κόκκαλα βγαλμένη
πετάξτε λίγο προς τα εκεί
στην Αιματοβαμμένη αυτή Γη
που Αιώνες σας προσμένει
 


 
 
 
 
 
Το όνειρο της Ελληνοκύπριας
 
 
 


Εχθές αργά στον ξύπνο μου
σαν όνειρο το είδα
μια κοπέλλα λυγερή
γλυκειά σαν Ηλιακτίδα
 
Το λυγερό της το κορμί
η Θεία της μορφή
μου θύμισαν την Αθηνά
του Παρθενώνα εκεί
 
Για μια στιγμή θαμβώθηκα
κι άφωνη την κυτούσα
διότι απ’ τον τόνο μου
δύσκολα εννοούσα
 
Έκανα δύο βήματα
και στάθηκε κοντά μου
και με παράπονο πικρό
άρχισε να μου λέει
 
Πολλές φορές εγλύτωσα
την Μάνα και παιδιά της
από του άπιστου εχθρού
τα πάθη και δεινά της
 
Μα ένα παιδί της ορφανό
πέρα εκεί ζητάει
βοήθεια από παντού
όμως κανείς δεν το πονάει
 
Τότε της είπα έκθαμβη
για ποια Μάνα μιλάτε;
Για ποιά παιδιά και ορφανό
που μόνο Εσείς πονάτε;
 
Και μου απήντησε Αυτή
μάλλον με περηφάνεια
και μου είπε
 
Αν της πήρανε
τον μόνο Ιεράρχη
εγώ τους τούρκους
έκαψα και Σλαύους
έχω θάψει στα τιμημένα
τα βουνά στο Γράμμο
και στο Βίτσι
 
Τους Γερμανούς και Ιταλούς
που με είδαν και οι ίδιοι
εγώ παιδί μου τους εχθρούς
της Κύπρου θα κτυπήσω
και στην Γλυκειά Πατρίδα σου
τη Λευτεριά θα της χαρίσω
 
Τότε ευθύς κατάλαβα
πως είτο η Παρθένος
που άγρυπνη και ακλόνητη
το Έθνος μας βοηθά
και φώναξα στον ξύπνο μου
και λέω δυνατά ΖΉΤΩ
Της ΚΥΠΡΟΥ Η ΕΝΩΣΙΣ
ΖΗΤΩ Η ΛΕΥΤΕΡΙΑ
 


 
 
 
 
Μια Μάνα ανάβει κερί
 
 


Μια μάνα ανέβη στο βουνό
εις του χωριού της το εκκλησάκι
ν’ ανάψει το κανδήλι της
και ένα μικρό κεράκι
 
Την θάλασσα από ψηλά
την βλέπει σαν κοπάδι τ
ο άγριο κύμα σαν θεριό
αφρίζει και βογγάει
 
Ο βοριάς στα κατάρτια σφυρίζει
το καράβι στα κύματα τρίζει
η φουρτούνα μανιασμένη συνεχίζει
κάποια Μάνα ανάβει κερί
 
Καταιγίδα στο πέλαγος σπάει
το καράβι ακυβέρνητο πάει
κάνε Κύριε το Θαύμα σου
να φθάσει απ’ της Μάνας
την Αγνή Προσευχή
 
Το παιδί μου το παιδί κάποιας άλλης
Άγιε Νικόλα μου της θάλασσας προστάτη
στην φουρτούνα αυτή τη μεγάλη
μην αφήσεις ποτέ να χαθεί
 
Το διό μου το σπλάχνο πονάω 
τη Λαμπάδα γι’ αυτό την ανάβω
σε στιγμές σαν κι αυτή δεν ξεχνάω
και τον Ναυτικό τ’ ορφανό το παιδί
 
Το πηδάλιο Άγιε μου πάρε
απ’ τα άγρια κύματα βγάλε
ζωντανό το δικό μου
μα και το άλλο παιδί


 
 
 
Be a blood donor today
 
You see the Nurses in the street
Follow the big campaign
Oh! People who are meeting them
Please give your blood today
 
Enrol and make your appointment
To give your blood and save
Some people who are injured
On the streets or babies
Who were born this day
 
Give your donation
As free as you can get it
From God and not from other source
So hurry Please today
 
It isn’t anything at all
You wont feel any pain
Only a prickle from a pin
And God will bless you
In His Own Way
 
 
 
 
I am proud to be a Greek
 
Oh! My Greece! You make a History
Once again for us
And we are so proud of You
For the Present and for the Past
 
You gave the Light of Civilization
Once again in the sixtees
And taught the Nations
How to pull the string
Whenever this is needed
 
It doesn’t matter what they say
For You or Your People
One day they will recognize
That this is what we mean Freedom
 
Our Freedom means Security
Ita means the strength of our Country
It means that communist
Can not come near us
Because the #Truth hurts them so badly
 
Here again I have to say
How proud of You we are
How proud to be a Greek for One
I know because I AM
 
 
 
The Captain who knows no fear
 
The storm began
the sea is rough
the sky is heavy and grey
the wind is howling like a beast
the ship is creaking she is trembling
 
The waves are huge
The tide is strong
The ship is drifting on her own
The Captain orders all His crew
Without stopping he goes through
He is not afraid of the storm
He is on the bridge just like a Rock
 
For days and nights he can not sleep
His watchful eyes are always seeing
The slightest change in the storm
And in his logbook he must report
The might of the waves
The knots of the wind
The speed of his vessel
The stale of his ship
 
Pelagic darkness never fears
His power and strength
Are like a Pillar
He is confident the storm will clear
The sea will be calm
The wind ill disappear
Intrepid as always
THE CAPTAIN WHO KNOWS NO FEAR
 
 
 
 
He is my God
 
My life has never been
A ed of roses or without a tear
And every time I am feeling low
I pray to God and ease my fear
 
I think o God and ease my pain
I pray to God and find my way
He never leaves me to despair
He always answers my little prayer
 
How could people say
They don’t believe in God
Or His existence in their lives
When every day as it comes and goes
He is the one who helps us to survive
 
He is the one who sends us opportunities
The happiness the laughter and the sorrow
And he is the one who drives our destiny
Something we can not do alone
 
He is the father of our Earth
And He is the one who gives us the sense
He is the one who can do something
When we people ca do nothing
 
He is my GOD and I believe in Him
He is my GOD and I kneel for Him
He is my GOD and I thank Him
For bringing me in this world
As a humble Christian
 
 
 
 
 
 
 
Το Ναυτόπαιδο στα ξένα
 


Το παλληκάρι του χωριού
ξεκίνησε να πάει
στην θάλασσα να εργαστεί
το μέλλον του να φτιάξει
 
Θα συναντήσει κίνδυνους
στο ξένο το λιμάνι
σαν θα βρεθεί μονάχο του
το αθώο παλληκάρι
 
Υπάρχουν στα ξένα πειρασμοί
υπάρχουν στα ξένα κάποιοι
που για σκοπό τους έχουνε
την μοίρα του να θάψει
 
Το δράμα θα είναι ατελείωτο
η συμφορά μεγάλη
αν το παιδάκι του χωριού
θα πέσει εις την πλάνη
 
Όσα κερδίσει το φτωχό
στα κέντρα θα σκορπίσει
την Μάνα τον Πατέρα του
τ’ αδέλφια θα ξεχάσει
 
Αν όμως κάποιος ναυτικός
με υπομονή κι αγάπη
δείξει τον δρόμο τον καλό
στο άπειρο παιδάκι
την ευλογία του Θεού
από ψηλά θα πάρει
 


 
 
 
 
Εις τον μικρό τον τάφο σου
 


Άντη μικρούλης έφυγες
επτά χρονών σ’ εχάσαν
οι πικραμμένοι σου γονείς
κι όλα σου τ’ αδελφάκια
 
Η Μάνα και ο Πατέρας σου
σου είχαν μίαν αγάπη
απέραντη απ’ τη θάλασσα
του ωκεανού τα βάθη
 
Φαρμάκι τους επότισες
ποτέ δεν θα ξεχάσουν
ένα αγόρι Άγγελο
που άδικα τώρα χάνουν
 
Εις τον μικρό τον τάφο σου
λουλούδια τον στολίζουν
τα δάκρυά μας τα πολλά
ως βρύση τον ποτίζουν
 
Ως Αγγελούδι του ουρανού
τώρα στην αγκαλιά Του
σε πήρε ο Χριστούλης μας
στον Θρόνο του κοντά Του


 
 
 
 
 
 
Η πίστη μου προς τον Θεό
 


Το χέρι βλέπω του Θεού
να είναι πάντοτε μαζί μου
ποτε Του δεν με άφησε
να χάσω την ψυχή μου
 
Στις δύσκολές μου τις στιγμές
με πίστη Τον φωνάζω
και αι Προσευχαί μου εισακούονται
και τον Θεόν Δοξάζω
 
Μα αν μου τύχει αναποδιά
ξέρω πως είναι προς όφελός μου
διότι Αυτός που τιμωρεί
είναι ο καλός Θεός μου
 
Και τα καλά δεχούμενα
και τα κακά Του πάλιν
διότι χωρίς Πίστη η ζωή
δεν έχει καμία χάρη
 
Πιστεύω στον Μονογενή Υιόν
στο Άγιο Του το Πνεύμα
και εις τον Πανάγιο Θεό
των όλων μας Πατέρα


 
 
 
Συμβουλή στη ψυχή μου
 


Ψυχή μου στην πεζή ζωή
Το μίσος δεν χωράει
Είναι Φωτιά που προχωρεί
Και καίει όπου περνάει
 
Τόσες ψυχές που γνώρισες
κι ακόμα Συ γνωρίζεις
πόσες απ’ αυτές αγάπησες
και πόσες έχεις μισήσει;
 
Μες στο σκοτάδι της Ζωής
πολλές τυφλές βαδίζουν
έχουν ανάγκη των ψυχών
που βλέπουν και φωτίζουν
 
Απ’ το σκοτάδι έφυγες
και Συ μην το ξεχνάς
για αυτό με αγάπη φρόντιζε
να τις καθοδηγάς
 
Μέχρι να ειδούν το Φως κι αυτές
τα μάτια τους ν’ ανοίξουν
ως Άγγελοι καθοδηγοί
τον Κόσμο να φροντίζουν
 
Η Θεϊκή η ύπαρξις
να είναι η Προσευχή σου
ψυχή μου μες τα κάτασπρα
κράτησε την Στολή Σου


 
 
Η Άνοιξη
 
Όλα γύρω πρασινίσαν
και τ’ αγριολούλουδα ανθούν
τα Δένδρα με ανθούς λουσμένα
την άνοιξη όλα χαιρετούν
 
Και αυτή με το χαμόγελό της
τους απαντά και προχωρεί
αφήνοντας στο πέρασμά της
την Ηλιακτίδα την χρυσή
 
Άνοιξη! Πόσο σ’ αγαπάω
πόσο μου αρέσεις ως Εποχή
και κάθε χρόνο σε προσμένω
στα δάση και στην εξοχή
 
Μου αρέσεις στην πρωϊνή Αυγούλα
λουσμένη μέσα στην δροσιά
καθώς και τ’ απογεύματά σου
που βάζεις άλλη φορεσιά
 
Άνοιξη πόσο θέλω να μείνεις
όλο τον χρόνο εδώ στη Γη
παρά μονάχα λίγους μήνες
και πας αλλού βιαστική
 
και οι άλλες εποχές του χρόνου
μαζί τους φέρνουν κάτι τι
μα φεύγοντας μαζί τους παίρνουν
το καταπράσινο χαλί
 
Ο Θεός που σ’ έστειλε με αυτές τις χάρες
που Άνθρωπος σ’ αυτή τη Γή
δεν βρέθηκε να σου στερήσει
γιατί το χέρι του Θεού σε οδηγεί
 
Ο Πλάστης ο Δημιουργός μου
με προίκησε με όλα αυτά
για να χαρίζω σ’ όλο τον κόσμο
Γαλήνη – Ελπίδα – και Χαρά 
 
 
Όμορφη Καβάλα
 


Ως νεράϊδα η Καβάλα
κάθεται στο βουνο
τα πόδια της δροσίζει
στον καταγάλανο γιαλό
 
Κομμάτι της Ελλάδος
πετράδι θησαυρός
την γραφική ομορφιά της
της χάρισε ο Θεός
 
Τα αρχαία της μνημεία
το πεύκο στο βουνό
η θάλασσα η γαλάζια
κι ο καθαρός της ουρανός
παράδεισο στη γη μας
την κάνουνε σωστό
 
Ο ήλιος την θερμαίνει
μ’ αγάπη από ψηλά
μα κι ο φιλόξενος λαός της
σκορπά τη ζεστασιά
 
Σαν είδα της Καβάλας
τέτοια πλούσια ομορφιά
τότε πίστεψα πως η Ελλάδα
είναι η μόνη στον ντουνιά


 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
Ο ψαράς της Θάσου
 
 
 
Μια βαρκούλα στ’ ανοικτά
ξεκίνησε να πάει απ’ την
Καβάλα την γλυκειά
στην Θάσο να αράξει
 
Η θάλασσα ατάραχη
το κύμα της σαν χάδι
σπρώχνει την βάρκα την μικρή
για το άλλο το λιμάνι
 
Στην βάρκα του σαν Βασιλιάς
κάθεται ο βαρκάρης
ως σκήπτρο του έχει το κουπί
κι ως θησαυρό του το φεγγάρι
 
ο γλάρος παρακολουθεί
σαν Άγγελος προστάτης
πάνω απ’ τη βάρκα ακούραστα
τον Έλληνα βαρκάρη
 
Τ’ αγέρι ψάλλει απαλά
εις του ψαρά τ’ αυτί με χάρη
ότι στην άλλη την ακτή
τον καρτερεί γλυκειά αγκάλη
 
 
Η προσευχή του Έθνους
 
 
Μια προσευχή το Έθνος μας
με πόνο έχει κάνει
το Απριλιάτικο το σκοτεινό
της Εικοστής το βράδυ
 
Στα γόνατα το Έθνος μας
με κλάμα παρεκάλει
τον Κύρη από ψηλά
τη χάρη του να κάνει
 
Με δάκρυα κάνουμε την προσευχή
βγαλμένη από το φυλλοκάρδι
της πονεμένης μας ψυχής
βοήθησε μας πάλι
 
Δεν μου αντέχει η ψυχή
να βλέπω την Πατρίδα
την μόνη μου την λατρευτή
να την μαδάει η αδικία
 
Ανοίξανε οι ουρανοί
και πήραν οι Αγγέλοι
του Έθνους μας την προσευχή
εις του Θεού το χέρι
 
Έδωσε δε η χάρις Του
και έγινε το θαύμα
τον Στρατιώτη ξύπνησε
και έστειλε στο Τάγμα
 
Σήκω του είπε ο Θεός
και πάρε τα ινία
και βγάλε την Πατρίδα σου
από την αδικία
 
Ξημέρωσε η Εικοστή
του Απρίλη Πρώτη μέρα
και δόξασε το Έθνος μας
τον Κύριον πέρα ως πέρα
 
 
 
Δύο Οδοιπόροι στην Μάχη της ΕΟΚΑ
 
Ένας αγώνας μια πάλη
μία μάχη έχει εκραγεί
στον εικοστό μας τον αιώνα
στην ήσυχη αυτή Εποχή
 
Εις το πεδίον αυτής της μάχης
μέσα στην τόση ταραχή
δυο οδοιπόροι προχωρούνε
ακλόνητοι χειροπιαστοί
 
Ο ένας φαίνεται με ράσο
μα και ο άλλος κατάμαυρα φορεί
δεν φαίνεται να είναι Άνδρας
ποιά νάναι αυτή που ακολουθεί;
 
Δεν τους φοβίζουνε οι βόμβες
δεν τους τρομάζει η προσταγή
που αδιάκοπα φωνάζουν
οι πολυάριθμοι εχθροί
 
Και προχωρούνε και βαδίζουν
πιασμένοι στα χέρια σαν παιδιά
μα ξάφνου κάπου σταματούνε
σ’ ένα σταθμό πιο μακρυά
 
Ο πρώτος προχωράει μέσα
ακλόνητος και λυγερός
μα η δεύτερη που έμεινε απ’ έξω
έχει το σώμα κυρτό από τον μαρασμό
 
Σε λίγο βγαίνει ο πρώτος έξω
και λέγει στην Κόρη δυνατά
μην απελπίζεσαι και μην δακρύζεις
θάρρος Ω! Κύπρο μου γλυκειά
 
Την ίδια ώρα αρπούν τον πρώτο
μια ομάδα στρατιωτών
και τον εσέρνουν και τον πάνε
στις Σεϋχλέλες εξόριστον,
και έμεινε η Κύπρος μοναχή της
να πολεμάει τον εχθρό
 
Κι αντί για χέρι τώρα προτείνει
το σκήπτρο του το Ιερό
είλπισε η Κύπρος και ελπίζει
στου Μακαρίου τον Σταυρό
 
 
Ο Κύπριος είναι Έλλην
 
Στην Κύπρο εδιδαχθήκαμε
πολλά για την Ελλάδα
και ως Πατρίδα ατίμητη
την νοσταλγώ σαν Μάνα
 
Δια το σκλαβωμένο μου Νησί
στις προσευχές μου κλαίω τα βράδυα
που πάνε να το θάψουνε
τα ίδια της βλαστάρια
 
Δεν έφθανε στην Κύπρο μας
ο πόνος της σκλαβιάς 
και την κτυπάνε αλύπητα
τα ίδια της παιδιά
 
Οι Ήρωές μας πολέμησαν
για την Ελευθεριά μας
και χύθηκε αίμα νεανικό
για μας και τα παιδιά μας
 
Ξυπνήστε Πατριώται μου
τα μάτια σας ανοίξτε
διότι είσθε Έλληνες
δεν είσθε Αλβανίτες
 
Στολίσετε τα σπίτια σας
με Ελληνικές εικόνες
και μάθετε στους νέους σας
να γίνουν Πατριώται
 
Στην Κύπρο τις Εθνικές μας εορτές
η γαλανόλευκη μας την στολίζει
τα σπίτια τα σχολεία μας
και την ψυχή μας την φωτίζει
 
Μήπως αλλάζει στην ζωή
ο Κύπριος είναι Έλλην
γι’ αυτό δια το Νησάκι μας
και την γλυκειά Πατρίδα
θα πολεμήσουμε όλοι μας
για την Ελευθερία
 
Ξυπνήστε λοιπόν Κύπριοι
και εδώ εις την Αγγλίαν
και μην πλανάσθε φίλοι μου
από την αδικία
 
Ας κάνουμε όλοι προσευχή
δια τον Μακάριό μας
που αγωνίσθηκε για μας
εδώ και τόσα χρόνια
 
Τώρα που έφυγε απ’ τη ζωή
και είναι στα ουράνια
την Μνήμη του ας κλείσουμε
βαθειά μες στην καρδιά μας.
 
 
Το Μοναστήρι της Αγίας Ιερουσαλήμ
 
 
Σε μια σπηλιά ψηλά στο κορφοβούνι
βρίσκεται εικόνα της Παρθένου μας
θαυματουργή που την ζωγράφισαν
πριν χίλια χρόνια οι πρόγονοι μας
και ως Εκκλησάκι τους
το είχαν οι βοσκοί
 
Ένα φτωχό μικρό μοναστηράκι
βρίσκεται ως σήμερα ακόμη στην ζωή
με τρεις κοπέλες μοναχές
που το φυλάνε και κάπου – κάπου
το επισκέπτονται πιστοί
 
Για μένα φαίνεται να είναι
ένα παλάτι για μια ψυχή
που θέλει να προσευχηθεί
και τον Θεό με πίστη να δοξάσει
για το μεγάλο δώρο Του
που δίνει τη Ζωή
 
Τα έλατα, το πεύκο, το θυμάρι
η απότομη μα πλούσια βουνοκορφή 
η μουσική που απ’ τη καμπάνα του
αφήνει το κοπάδι φτιάχουν
πανόραμα αληθινό ει την Ζωή
 
Ο άνθρωπος όσο και να σπουδάσει
όσο μεγάλα έργα και να φτιάξει
στην ζωή ποτέ δεν θα μπορέσει
να πετύχει το σκηνικό ετούτο της Ζωής
 
Βρέθηκα μάρτυς στην Μαγεία
αυτή της φύσης το μαρτυρεί
και της ψυχής μου μια χορδή
που συνοδεύει μελωδικά
την προσευχή μου και που
ως στίχο τη χαρίζω στο χαρτί
 
Το γέρικο δενδρί
 
 
 


Το γέρικο δενδρί
πλάι στο νέο μοιρολογεί
και λέει το καημένο
 
Αχ πούναι εκείνοι οι καιροί
που είχα πράσινο κλαδί 
και δεν με λέγαν Γέρο
 
Το γέρικο μου το κορμί
δεν βγάζει φύλλο ούτε κλαδί
και τρέμω το καημένο
 
Τώρα πουλιά και άνθρωποι
όλοι με κάνουν πέρα
μόνο στο νέο το δενδρί
του κάνουνε παρέα
 
Το γέρικο δενδρί
βλέπει το νέο και θρηνεί
στενάζει το καημένο
 
Γέρικο δένδρο μοναχό
εγκαταλελειμμένο
γυμνό σαν είσαι φαίνεσαι
ήσυχο μα και ωραίο


 
Στην Μάνα
 
Μάνα ποτέ δεν έγινα
μα νοιώθω σαν Μάνα πάλι
όταν θα ειδώ έν’ άρρωστο παιδί
στου πόνου το κρεββάτι
 
Πόσα παιδάκια πέρασαν
απ’ τη δική μου αγκάλη
και πόσο αλήθεια τ’ αγαπώ
με ιδιαίτερη αγάπη
 
Σαν Μάνα τους τα φρόντισα
σαν Μάνα τ’ αγαπάω
σαν Μάνα τους τα πόνεσα
σαν Μάνα τα πονάω
 
Έζησα δύσκολες στιγμές
πλάϊ στα ξένα κρεβατάκια
στεγνώνοντας τα δάκρυα
από τα πονεμένα τους ματάκια
 
Σαν Μάνα προσευχήθηκα
στην Πάναγνη Παρθένον
να σκέπει όλα τα παιδιά
και κάθε πονεμένο
 
 
Κλαίω τα νειάτα μου
 
Κλαίω τα νειάτα μου τα μαδημένα
στο μαύρο το εξωτερικό
κλαίω τα νειάτα μου που φύγαν
ωσάν φτερά στον άνεμο
 
Κάθε φορά που τον καθρέφτη
πηγαίνω να συμβουλευθώ
μια νέα ρυτίδα θα μου θυμήσει
ότι τα νειάτα μου θα χωρισθώ
 
Ήταν γραπτό μου να ζήσω μόνη
μες την πεζή αυτή ζωή
είταν γραπτό μου να υποφέρω
έρημη μόνη και ορφανή
 
Τρέμω στην σκέψη ότι θα ζήσω
τα υπόλοιπα μου χρόνια της ζωής
χωρίς τον σύντροφο να μου ελαφρώνει
λίγο απ’ το γήρας το βαρύ
 
Το Φάρμακο της Κακίας
 


 
Έψαχνα μέσα στη ζωή
από πολύ μικρή ηλικία
να βρω μια Πόλη φωτεινή
να φτιάξω κατοικία
 
Πέρασα μέσα από πολλές
πόλεις της κοινωνίας
μα η ψυχή μου ζήταγε
κάποια άλλη πολιτεία
 
Την Πόλη που οι κάτοικοι
με τη ψυχή Φωτίζουν
την Πόλη που σαν Άγγελοι
μ’ αγάπη την φροντίζουν
 
Η κάθε ανθρώπινη ψυχή
μοιάζει με Πολιτεία
ή θάναι πάντα φωτεινή
ή σκοτεινή από κακία
 
Είναι η κακία δυνατή
και την ψυχή τυφλώνει
 
γι’ αυτό είναι και δύσκολο
το Φως να την λυτρώσει
 
Υπάρχει ένα φάρμακο
και κάποια θεραπεία
για την τυφλή αυτή ψυχή
να βρει την Σωτηρία
 
Το φάρμακο είναι Προσευχή
 και Πίστη η θεραπεία
δια τον Ύψιστον Θεόν
να γίνει Αυτή ουσία
 
Τότε το Νέφος το πυκνό
το Νέφος της κακίας
θα αραιώσει απ’ τη βροχή
το Δάκρυ μετανοίας